18/6/13

"Αστεροειδής γλυκάνισος, Illicium verum", Βάλια Καραμάνου



Μια καλογραμμένη αλλά μάλλον χιλιοειπωμένη ιστορία μας αφηγείται η μικρή νουβέλα της Βάλιας Καραμάνου, "Αστεροειδής γλυκάνισος". Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης, μίσους, πάθους και προδοσίας.

Μια νεαρή ζωγράφος εγκαθίσταται σε έναν μικρό χώρο στο ισόγειο ενός σπιτιού όπου μένει μια οικογένεια. Ο γηραιός άντρας που της νοικιάζει το διαμέρισμα εντυπωσιάζεται από τα κόκκινα μαλλιά και τα πράσινα μάτια της, αλλά αποφασίζει να την εμπιστευτεί εφόσον είναι εντάξει με τις οικονομικές της υποχρεώσεις. Από πάνω, μένει η κόρη του με τις δυο εγγονές του και τον γαμπρό του, τον Νίκο. Η κοπέλα στην αρχή δεν γνωρίζει τους γείτονές της, όμως ένα βράδυ συναντά τον Νίκο και ξεκινά μαζί του μια παθιασμένη σχέση που θα καταλήξει στον όλεθρο.

Ευκολοδιάβαστο και πολύ συμπαθητικό ως έκδοση, το μικρό βιβλιαράκι δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τα αντίστοιχα του είδους. Ταυτόχρονα όμως δεν κομίζει τίποτα διαφορετικό στα λιμνάζοντα ύδατα της ελληνικής λογοτεχνίας και για αυτό παραμένει πεισματικά στη μετριότητα.

"Αστεροειδής γλυκάνισος, Illicium verum", Βάλια Καραμάνου, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012, σελ.72


16/6/13

Στο παζάρι της Άγρας



Μέσα στην κάψα του Κυριακάτικου μεσημεριού ανηφορίσαμε με την φίλη Αγγελική τη Ζωοδόχου Πηγής ως το 99, στο παζάρι των εκδόσεων Άγρα. (Λέω φρικτά ψέματα, πήγαμε με το αμάξι, με aircondition στο φουλ και παρκάραμε σχεδόν απέξω.) Και ιδού η συγκομιδή. Για πέντε βιβλία που θα διαβάσω με σιγουριά πλήρωσα 33 ευρώ. Όχι κι άσχημα. Και πήραμε και δώρο βιβλιαράκι (Ζεμφύρα ή Το μυστικό της Πασιφάης του Α. Εμπειρίκου), και ταγαράκι, και σελιδοδείκτες....

Υ.Γ Κι επειδή η φωτογραφική μου δεινότητα είναι απαράμιλλη, ιδού:

"Οι αρραβώνες του κυρίου Ιρ", Ζ. Σιμενόν
"Ερωτευμένα φαντάσματα", Π.Ι. Τάιμπο ΙΙ
"Πουτάνες φόνισσες", Ρ. Μπολάνιο
"Άρωμα πάγου", Γ. Ογκάουα
"Μέρες εγκατάλειψης", Ε. Φεράντε


Η δεύτερη φορά




    Λοιπόν οι άντρες αναγνώστες αυτού του ιστολογίου προειδοποιούνται πως θα ακολουθήσει άκρως γυναικεία και δη μαμαδίστικη ανάρτηση και από τούδε και στο εξής δεν φέρω καμία ευθύνη αν επιλέξουν να συνεχίσουν να διαβάζουν και σκυλοβαρεθούν.

    Θα μιλήσω για τη δεύτερη εγκυμοσύνη μου, εν ολίγοις. Είχαμε πάρει απόφαση πέρυσι τέτοια εποχή πως θέλουμε και δεύτερο παιδάκι- θα ξεκινούσαμε να προσπαθούμε από Σεπτέμβρη. 31 Αυγούστου πέθανε ο πατέρας μου∙ ένας θάνατος που με άφησε σμπαράλια, ξαφνικός και απροσδόκητος, όσο διαρκεί ένα καλοκαιρινό μπάνιο. Για ένα μήνα διαλύθηκα, δεν πάτησα στην δουλειά, σχεδόν δεν βγήκα από το σπίτι. Έπειτα η ζωή ξαναγύρισε με όλη της την αγριάδα να με κοιτάξει στη μούρη. Όχι, δεν έφταιγε που είχα άντρα και παιδί και ξεχάστηκα. Η αντίδρασή μου ήταν βίαιη και φιλοσοφική και αφορούσε τον πατέρα μου. Αυτά που μου έμαθε εκείνος, το ότι έχασα τον μόνο άνθρωπο που με αγαπούσε ανιδιοτελώς σε αυτή τη ζωή κι αυτή η αγάπη δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να αποκατασταθεί, και τέλος η ατέλειωτη δίψα του να ζήσει, να τα απολαύσει όλα ως την τελευταία σταγόνα. Όχι τα τελευταία χρόνια που ήταν άρρωστος, πάντα.

   Τέλη Οκτώβρη αποφάσισα πως ήταν ιεροσυλία να μπορώ να δημιουργήσω ζωή και να μην το κάνω. Άλλαξα τη διαβητική μου αγωγή σε ινσουλίνη για να μπορώ να μείνω έγκυος. Και τους πρώτους δυο μήνες αγχώθηκα τόσο που αυτό ήταν αδύνατο, φυσικά. Μόλις άρχισα να χαλαρώνω, να βγαίνω, να ασχολούμαι με το βιβλίο μου, να γνωρίζω κόσμο, σχεδόν να μη θέλω πια και να αναρωτιέμαι γιατί τρυπιέμαι 4 φορές τη μέρα σαν τη χαζή- αρχές Φλεβάρη- έμεινα έγκυος. Και μετά τι;

     Και μετά, άρχισε μια εγκυμοσύνη παιδική χαρά. Καμία σχέση με τον φόβο της προηγούμενης. Δεν είχα εμετούς, δεν το είπα σε κανένα παρά στους πιο κολλητούς μου φίλους, είχα αποκόλληση κι ούτε στιγμή δε σκέφτηκα πως δεν θα τα καταφέρουμε. Η δεύτερη εγκυμοσύνη δε μοιάζει με την πρώτη, μπορεί να είναι καλύτερη, μπορεί να είναι χειρότερη. Για κάποιον καιρό, όλο το πρώτο τετράμηνο χειρίστηκα την κατάσταση με τον εξής έξυπνο τρόπο, η κατάστασή μου δεν με εμπόδισε σε τίποτα, ήταν σα να μην υπήρχε. Τους πρώτους τρεις μήνες την πρώτη φορά είχα λαλήσει.

     Τώρα στον πέμπτο πια, έχω αρχίσει να φουσκώνω. Και να καταλαβαίνω πως είμαι έγκυος, αν και ακόμα να συνειδητοποιήσω τους περιορισμούς μου. Δεν ξέρω αν φταίει η εμπειρία, η ύπαρξη του μικρού σκίουρου που απλοποιεί τα πράγματα. Εγώ πιστεύω πως έχω απλά αλλάξει, η εγκυμοσύνη μου τούτη τη φορά δεν είναι πηγή ανεξάντλητου άγχους όπως η πρώτη, είναι η δύναμη για να σχεδιάσω όλο και περισσότερα πράγματα, να κερδίσω καινούργιους στόχους. Ναι, δεν έχω μιλήσει σε τούτο το μωρό μες στην κοιλιά σχεδόν καθόλου, δεν το έχω χαϊδέψει ακόμα όπως έπρεπε. Όμως όταν με κλωτσάει νιώθω την ίδια γλύκα και προσμονή. Στο προηγούμενο νόμιζα πως ο τοκετός είναι το τέλος της δοκιμασίας, δεν είχα καμία αίσθηση του μετά. Σε αυτό ξέρω πως η γέννα είναι πάντα η αρχή.



14/6/13

«Εκεί που ζουν οι τίγρεις», Jean-Marie Blas de Roblès



         Ένα βιβλίο αφηγηματικός ποταμός που σε κάνει να γυρίζεις σπίτι τα βράδια με τη λαχτάρα να το ξαναπιάσεις είναι το «Εκεί που ζουν οι τίγρεις» του Jean- Marie Blas de Robles. Έργο ζωής που ο συγγραφέας του αφιέρωσε δέκα χρόνια για να το ολοκληρώσει αλλά άξιζε τον κόπο. Στηριγμένο πάνω στη συνεχή ροή της πλοκής της κάθε ιστορίας είναι παράλληλα ένα φιλοσοφικό και πολιτικό κείμενο, μια ιστορία για τους ανθρώπους και το πώς οργανώνουν τη ζωή τους, τους πολιτικούς και το πώς οργανώνουν την εξουσία, την πολιτική και το πώς κατατροπώνει τη ζωή μας, την τύχη, την περιπέτεια και φυσικά την επιστήμη.

       Το μυθιστόρημα είναι πολυφωνικό, παρακολουθούμε 6 διαφορετικές ιστορίες που σε μια ανύποπτη στιγμή θα γίνουν μία, αφήνοντας πολλές αφηγηματικές κλωστές να κρέμονται, να τις ενώσουμε με τη φαντασία μας. Συνεκτικός κρίκος ο δημοσιογράφος Ελεάζαρ φον Βογκάου, Γάλλος που δουλεύει ως ανταποκριτής στη Βραζιλία εδώ και δέκα χρόνια και βρίσκοντας τον εαυτό του εν πολλοίς αργόσχολο δέχεται να μελετήσει ένα σπάνιο χειρόγραφο, τη βιογραφία του Ιησουίτη Αθανάσιου Κίρχερ, ενός «αναγεννησιακού» ανθρώπου που καταπιάστηκε σχεδόν με τα πάντα, από τη γλωσσολογία (διατείνονταν πως αποκρυπτογράφησε τα ιερογλυφικά και βρήκε την «αδαμιαία» γλώσσα), την ηφαιστειολογία (βούτηξε μες στην Αίτνα και το Βεζούβιο όσο εκρηγνύονταν), την αστρονομία, την παλαιοντολογία, την αλχημεία, την ιατρική (έπινε ένα σωρό μαντζούνια), την Σινολογία, τη μηχανική (έφτιαξε πτητική μηχανή), και τελικά βρέθηκε να έχει σε όλα λάθος, να έχει καταφέρει πολύ λίγα για την επιστήμη, αλλά πολλά για την περιέργειά του φτιάχνοντας ένα μουσείο αξιοπερίεργων αντικειμένων  από όλο τον κόσμο, που ήταν τελικά και η μόνη του συνεισφορά.

      Ταυτόχρονα εκτυλίσσονται άλλες 4 ιστορίες, η εν διαστάσει σύζυγος του φον Βογκάου, Ελάινε, παλαιοντολόγος, είναι μέλος σε μια αποστολή για την εύρεση απολιθωμάτων και μπλέκει μαζί με τους συνεργάτες της σε μια απίστευτη περιπέτεια μέσα στη ζούγκλα, καταλήγοντας με μια πρωτόγονη φυλή που ο σαμάνος της μιλά λατινικά, η κόρη του Μοέμα σπουδάζει εθνολογία στην Φορταλέζα για να είναι μακριά του και ασχολείται κυρίως με όλων των ειδών τα ναρκωτικά και το σεξ. Ο κυβερνήτης Μορέιρα, που σχεδιάζει να κάνει την περιοχή ρεσόρτ και για αυτό δέχεται να εγκαταστήσουν οι Αμερικάνοι πυραύλους και αγοράζει όλα τα οικόπεδα με το καλό ή με το ζόρι, χωρίς να υπολογίζει  την εμμηνοπαυσιακή και αλκοολική γυναίκα του Καρλότα, και τέλος ένα ανάπηρο αγόρι από τη μέση και κάτω, ο Νέλσον, που ζει στις φαβέλες και θα αποτελέσει τον καταλύτη όλων των ιστοριών.

       Παρ’ όλο τον όγκο του, είναι ένα κείμενο ευκολοδιάβαστο και συναρπαστικό, που σε κατευνάζει με την πλοκή του για να σε ρίξει στα δίχτυα της σκέψης δίχως καν να το καταλάβεις. Και να σε βάλει στον 17ο αιώνα, στις δολοπλοκίες της θρησκείας και τις μεγάλες απορίες της επιστήμης γλυκά, αποκοιμίζοντας σε με μια προσωπικότητα σαν του Αθανάσιου Κίρχερ, ιδιοφυή αλλά και αλαζονική, δίνοντας σου τελικά τίποτα άλλο παρά έναν τσαρλατάνο.

      Είναι αξιοθαύμαστο ειλικρινά πως όλο αυτό το κατασκεύασμα καταλήγει να έχει συνοχή- έστω και μια χαλαρή σχέση- κι αν δεν παρασυρόταν ο συγγραφέας από την έρευνά του και περιόριζε τα εδάφια της βιογραφίας του Κίρχερ που σε πολλά σημεία μοιάζουν κουραστικά και φλύαρα, θα μιλούσαμε ίσως για ένα από τα αρτιότερα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

    
«Εκεί που ζουν οι τίγρεις», Jean-Marie Blas de Roblès, μετ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 721.


Υ.Γ. 1 Η έκδοση είναι εξαιρετικά προσεγμένη και αξιόλογη. Με κούρασαν πάντως οι σημειώσεις της μεταφράστριας που είναι στο πίσω μέρος, θα τις προτιμούσα λιγότερες και ενσωματωμένες στο σώμα του κειμένου.

Υ.Γ. 42 Το βιβλίο μου το χάρισε κάποιος που μάλλον το απόλαυσε όσο κι εγώ.




12/6/13

Μαύρο



Χθες βράδυ κοιμήθηκα κατά τις 12. Είχε ήδη πέσει το σήμα της ΕΡΤ στην περιοχή, εκεί γύρω στις 11:30 κι είπα στον άντρα μου να μη με ξυπνήσει αν συνέβαινε κάτι, θα το καταλάβαινα από τον ήχο από τις ερπύστριες. Αστειευόμουν. Προφανώς.

Την πρώτη μου μεγάλη σχέση την έκανα με τον εξής βδελυρό τρόπο. Διηγούμουν στην τότε καλύτερή μου φίλη πόσο με είχε ενθουσιάσει ένας νέος τραγουδοποιός που είχα δει σε εκπομπή της ΈΤ1 (τότε που η Μπήλιω δεν ήταν μόνη, τόσο παλιά), είχαμε μόλις αγοράσει το cd του και το ακούγαμε μαζί. Όταν λίγο αργότερα της μίλησε κι ένας συμφοιτητής της για αυτήν την εκπομπή θεώρησε πως είμαστε οι μόνοι δυο άνθρωποι εν Ελλάδι που βλέπουμε ΕΤ1 και πως έπρεπε να μας γνωρίσει.

Ναι, δεκαπέντε χρόνια πριν κανείς δεν έβλεπε δημόσια τηλεόραση. Και δεκαπέντε χρόνια μετά κανένας πάλι δεν έβλεπε. Όμως παρ’ όλες τις γνωστές λαμογιές του δημόσιου τομέα ήξερες πως είναι εκεί, κάποτε χωρίς πρόγραμμα. Κι αν κάποια στιγμή σου τη βαρούσε μες στη νύχτα να ανοίξεις τηλεόραση θα ήταν η μόνη που είχε μια ταινία της προκοπής να δεις. Στην τελική εμένα θα με πονέσει πιο πολύ το ραδιόφωνο, το 2ο και 3ο πρόγραμμα και ο Κόσμος. Και τον μικρούλη που θα χάσει τα δεινοσαυράκια του που έβλεπε ευλαβικά κάθε μεσημέρι. Είναι αυτό το θέμα όμως;

Είναι και αυτό. Σε έναν τόπο που οι βιντεοκομιστές κάμνουν εκπομπή για 18η χρονιά, που αποκαλύψεις κάνει ο Τράγκας και ειδήσεις ο Ευαγγελάτος μετά της χαρωπής συμβίας του, ό,τι έστω ξεφεύγει από τη νόρμα είναι καλό. Από την άλλη υπάρχει ένα θέμα μεγαλύτερο, πολιτικό που μου διαφεύγει. Γιατί άραγε έγινε τόσο εκκωφαντικά τούτη η διακοπή; Για να καλυφθεί το φιάσκο της ΔΕΠΑ; Πολύ αμφιβάλλω πως οι περισσότεροι το είχανε πάρει χαμπάρι. Για να πέσει η κυβέρνηση; Μα γιατί να πάρει τέτοιο ρίσκο ο ογκόλιθος που μας κυβερνά όταν οι δυο πολιτικοί εταίροι του είναι αυτή τη στιγμή ανύπαρκτοι; Για να εκτονώσει λίγο από τον ατμό στη χύτρα; Μα, ήδη μας ταΐζει με το κουταλάκι την επερχόμενη «έξοδο από την κρίση».

Τείνω να πιστέψω πως πρόκειται για καθαρή, ατόφια βλακεία. Για έπαρση πολιτική που οδηγεί τους φαύλους σε δικτατορίες και τους ανίκανους έξω από την πόρτα. Ο δε χειρισμός της κατάστασης, βάζω τα ΜΑΤ να ρίξουν μαύρο- που θυμίζουν Κατοχή είναι ακόμα περισσότερο βδελυρός και άσκοπος. Έχασα πια το πολιτικό μου ένστικτο, δεν μπορώ με δυο κουβέντες να καταλάβω πως θα κινηθεί έστω και μαζικά ο κόσμος. Κοιτάω γύρω μου. Δεν κοιμήθηκα μόνο εγώ ήσυχα χθες βράδυ και πάτησα like σε δυο τρία ποστ στο facebook το πρωί. Είμαστε πολλοί. Και κοιμόμαστε τον ύπνο του δικαίου.

  

11/6/13

«Τελευταία πόλη», Διονύσης Μαρίνος

            
       

         Η «Τελευταία πόλη» του Διονύση Μαρίνου είναι μια ατμοσφαιρική νουβέλα, ένα σκοτεινό βιβλίο βαθιά επηρεασμένο από τον «Δρόμο» του Μακάρθυ, όπου οι άνθρωποι, η ιστορία τους, το τι ήταν δεν έχει καμία σημασία πια, παρά μόνον η διαδρομή, η πείνα, η κακουχία, η έλλειψη της ελπίδας.

         Παρακολουθούμε μια οικογένεια, τον 33χρονο Νίκολα, τη γυναίκα του Κάλι και τον τρίχρονο γιο τους Ντράζεν καθώς αναγκάζονται να εγκαταλείψουν όπως όπως το σπίτι τους και φύγουν με ένα σακίδιο στην πλάτη, ξέροντας πως ό,τι άλλα υπάρχοντα είχαν θα περάσει ο εχθρικός στρατός και θα τα κατακάψει. Δεν μαθαίνουμε ποτέ τα πως και τα γιατί, το ποιος είναι σε ποια μεριά, αλλά ούτε και μας νοιάζει∙ απλά μαντεύουμε πως σε μια άλλη εποχή αυτοί οι άνθρωποι ήταν βολεμένοι και ευτυχισμένοι. Η ανθρώπινη ύπαρξη υποβιβάζεται από τη μια στιγμή στην άλλη στην πιο ζωώδη εκδοχή της.

«Στα τριάντα τρία μου αναγκάστηκα να φύγω από τον τόπο μου. Να γίνω πρόσφυγας. Έτσι μας είπαν οι άλλοι.
Μέχρι να τους διώξουν κι αυτοί από τις εστίες τους κάποιοι άλλοι.»

Η τελευταία τους ελπίδα είναι να βρουν τη θάλασσα, μια θάλασσα πανάθλια και βρωμισμένη, αλλά παρ’ όλα αυτά ο μόνος εφικτός σκοπός. Στη διαδρομή δε συναντούν παρά ελάχιστους, κανείς δεν τους πειράζει και κανείς δεν τους βοηθά, οι τρεις τους είναι μόνοι. Η μάνα βλέπει τον εαυτό της να συρρικνώνεται με το νήπιο αγκαλιά κι ο πατέρας δε μπορεί να κάνει τίποτα για να προστατέψει την οικογένειά του.


Το μικρό βιβλίο, ούτε 100 σελίδες, τα καταφέρνει καλά. Οι δυστοπίες είναι δύσκολο πράγμα, ειδικά στην ελληνική λογοτεχνία, αλλά εδώ ο συγγραφέας κατορθώνει να μη χαθεί στους δαιδάλους τους. Μας δίνει το μήνυμα χωρίς πολλές πολλές ανάσες, η γραφή είναι κόφτη, κάποτε σχεδόν τηλεγραφική και η φρίκη αποτυπώνεται στο μυαλό, δε φεύγει εύκολα. 

«Τελευταία πόλη», Διονύσης Μαρίνος, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012, σελ.99

9/6/13

"Λύτρα", David Malouf



Όταν μου χάρισαν τα «Λύτρα» του Ντέιβιντ Μαλούφ (το καλό αφεντικό μου στο Bookstand , ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, αντί λαμπάδας το Πάσχα), πολύ το χάρηκα. Το οπισθόφυλλο με γέμισε όνειρα, Οδύσσεια και Ιλιάδα ήταν τα αγαπημένα αναγνώσματα όταν ήμουνα παιδί, ήξερα κάθε επεισόδιο με πολλές παραλλαγές και το ίδιο το βιβλίο είχε λάβει διθυραμβικές κριτικές. Τώρα μετά την ανάγνωση, νιώθω κάπως παγωμένη. Πιθανότατα είχα μεγάλες προσδοκίες.

Το κείμενο καταπιάνεται με ένα από τα πιο συγκινητικά επεισόδια του Τρωικού Πολέμου. Ο Αχιλλέας έχει σκοτώσει τον Έκτορα και σέρνει το κουφάρι του έντεκα μέρες πίσω από το άρμα του, χωρίς να επιτρέπει την ταφή. Ο πατέρας του Έκτορα και βασιλιάς της Τροίας Πρίαμος, αποφασίζει εντελώς εκτός πρωτοκόλλου να απεκδυθεί τα βασιλικά του ιμάτια και να πάει ως ένας απλός γέροντας και πατέρας να ζητήσει από το δολοφόνο του γιου του το κορμί του παιδιού του. Ως εδώ η ιστορία ακολουθεί τον Ομηρικό μύθο. Όμως το βιβλίο επικεντρώνεται στον Πρίαμο, που μια ζωή την πέρασε μέσα στην αυστηρότητα του Πρωτοκόλλου, που έκανε πενήντα γιους που αναγκαστικά δεν τους ξέρει, και την συνύπαρξή του στην άμαξα με τα λύτρα με έναν απλό αμαξά για πρώτη φορά στη ζωή του. Τα λόγια του λαϊκού αυτού ανθρώπου θα αλλάξουν πολλά από την κοσμοθεωρία του.

Ίσως γιατί όλες οι σκηνές τις Ιλιάδας έχουν παίξει στο μυαλό μου κατά καιρούς με λεπτομέρειες, ή γιατί είμαι Ελληνίδα και τον Όμηρο τον διδασκόμαστε διεξοδικά, ή πάλι γιατί το ίδιο το Ομηρικό κείμενο επικεντρώνεται τόσο στις σχέσεις των ανθρώπων και ποτέ στις μάχες, ένιωσα οικείο το μυθιστόρημα του Μαλουφ, αλλά και λίγο. Δε με απογείωσε, κατάφερε να μου δείξει την ανθρώπινη πλευρά ενός λαμπερού Πρίαμου, αλλά αυτή την είχα ήδη στο μυαλό μου. 

Η γραφή του Μαλούφ είναι λιτή, το βιβλίο ευκολοδιάβαστο και απολαυστικό. Του έλειψε για μένα εκείνη η μεγαλοφυής στιγμή, που υπάρχει σχεδόν σε κάθε σκηνή στην Ιλιάδα, που θα το έβαζε στη σφαίρα των βιβλίων που θα ήθελα να ξαναδιαβάσω και θα σύστηνα ανεπιφύλακτα.


«Λύτρα», Ντέιβιντ Μαλούφ, μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Πατάκη, 2011 σελ. 238

Υ.Γ. Κατά ευτυχή σύμπτωση απόψε το βράδυ στις 8:00 ο Χ. Γιαννακόπουλος διαβάζει αποσπάσματα από το βιβλίο στη ραδιοφωνική εκπομπή Bookstand στον amagi, οπότε μπορείτε να πάρετε μια πρώτη γεύση.

Update 7:20μμ..... Μπα, τα καλώδια του ΟΤΕ δεν συναινούν στην απόφαση για Μαλούφ.  Πάει η εκπομπή του Χαράλαμπου για απόψε...